Μαθησιακές δυσκολίες

Σήμερα, ο όρος «μαθησιακές δυσκολίες» χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα αρκετά μεγάλο σύνολο διαταραχών που μειώνουν την ικανότητα ενός ατόμου να επικοινωνήσει ή να μάθει.

Ο όρος «μαθησιακές δυσκολίες» πρωτοεμφανίστηκε το 1962 στην βιβλιογραφία της ειδικής αγωγής από τον Samuel Kirk (Hammill, 1990). Από τότε έχει αναπτυχθεί ένα μεγάλο σύνολο ορισμών ανάλογα με την κυρίαρχη αντίληψη κάθε εποχής σχετικά με τη φύση των μαθησιακών δυσκολιών. Πρόκειται για μια διαδικασία που δεν έχει περατωθεί ακόμη αφού η επιστημονική κοινότητα βρίσκεται σε μια διαρκή προσπάθεια για βελτίωση του ορισμού.

Σύμφωνα πάντως με έναν ευρέως αποδεκτό από την επιστημονική κοινότητα ορισμό, “οι μαθησιακές δυσκολίες είναι ένας γενικός όρος που αναφέρεται σε μια ανομοιογενή ομάδα διαταραχών οι οποίες εκδηλώνονται με σημαντικές δυσκολίες στην πρόσκτηση και χρήση ικανοτήτων ακρόασης, ομιλίας, ανάγνωσης, γραφής, συλλογισμού ή μαθηματικών ικανοτήτων. Οι διαταραχές αυτές είναι εγγενείς στο άτομο και αποδίδονται σε δυσλειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος και μπορεί να υπάρχουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Προβλήματα σε συμπεριφορές αυτοελέγχου, κοινωνικής αντίληψης και κοινωνικής αλληλεπίδρασης μπορεί να συνυπάρχουν με τις μαθησιακές δυσκολίες, αλλά δεν συνιστούν από μόνα τους μαθησιακές δυσκολίες. “(Hammill, 1990).

Οι ΜΔ είναι ίσως από τους πιο συχνούς λόγους προβλημάτων και αποτυχιών στο σχολείο. Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει πως για κάθε 10 παιδιά σχολικής ηλικίας το ένα τουλάχιστο παρουσιάζει ΜΔ. Τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν ένα κανονικό επίπεδο εξυπνάδας, προσπαθούν με κάθε τρόπο να ακολουθούν τις οδηγίες που τους δίνονται, κάνουν μεγάλες προσπάθειες για να παραμένουν συγκεντρωμένα και επιδιώκουν να είναι καλοί μαθητές στις σχολικές τάξεις και να συμπεριφέρονται καλά και στο σπίτι. Παρά τις προσπάθειες δεν καταφέρνουν να διεκπεραιώνουν τις σχολικές εργασίες και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μένουν πίσω σε σχέση με τους συνομήλικους τους.

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για τους οποίους ένα παιδί μπορεί να μη προχωρά καλά στο σχολείο και αυτό το γεγονός έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες στους γονείς τους. Εκείνο που είναι σημαντικό είναι να αναγνωρισθεί η ακριβής αιτία του προβλήματος για να γίνει η κατάλληλη εξειδικευμένη και εξατομικευμένη για την περίπτωση αντιμετώπιση.

Τα πιο συχνά συμπτώματα που μπορεί να παρουσιάσει ένα παιδί με ΜΔ είναι:

– δυσκολίες στο να κατανοήσει και να ακολουθήσει οδηγίες.
– αδυναμία στην μνήμη. Ξεχνάει εύκολα.
– δυσκολίες στο διάβασμα, στη γραφή και στην ορθογραφία.
– δυσκολίες προσανατολισμού. Μπερδεύει το δεξιά και αριστερά.
– δυσκολεύεται στις σχολικές εργασίες του, και συχνά χάνει τα βιβλία του και άλλα αντικείμενα
– έχει δυσκολίες στο να αντιληφθεί πλήρως την έννοια του χρόνου και συγχύζεται για παράδειγμα από έννοιες όπως χθες, σήμερα, αύριο

Είναι πολύ σημαντικό οι οποιεσδήποτε μαθησιακές δυσκολίες που το παιδί μπορεί να παρουσιάζει να αντιμετωπίζονται έγκαιρα και έγκυρα διότι σε αντίθετη περίπτωση το παιδί θα μπει πλέον σ’ ένα φαύλο κύκλο. Η μη αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων θα έχει ως αποτέλεσμα τα προβλήματα να συσσωρεύονται πρώτα στο δημοτικό και να επιδεινώνονται αργότερα στο Γυμνάσιο.

Οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται ότι το παιδί μπορεί να έχει πρόβλημα στην μάθηση, στην συμπεριφορά ή/και συναισθηματικά είναι οι γονείς. Είναι πολύ σημαντικό σε τέτοιες περιπτώσεις οι γονείς να ζητούν εξειδικευμένη βοήθεια για ν’ αντιμετωπισθούν έγκαιρα και αποτελεσματικά τέτοιες καταστάσεις.